espa

Τηλέφωνα

2310 511811 - 2310 511800
2310 518123

Email

info@papaphilippou.gr

Διεύθυνση

ΝΑΥΑΡΧΟΥ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗ 8,
ΤΚ 54625, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Αγωγή Διανομής: Τί μπορεί να κάνει ο τρίτος μη διάδικος

Πραγματικά περιστατικά υπόθεσης: Αποκλειστικός κύριος ακινήτου αποβιώνει χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομείται από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της στην β’ τάξη, δηλαδή τα δύο αδέρφια του. Ένας απ’ τους κληρονόμους αποποιείται και υπεισέρχονται στη θέση του τα δυο του τέκνα κατ’ ισομοιρία, το ένα εντός γάμου και το άλλο εκτός, αναγνωρισμένο με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όμως δεν εγγράφεται στην οικογενειακή του μερίδα. Έτσι, κληρονόμοι καθίστανται ο ένας αδερφός του αποβιώσαντος κατά 50 % εξ αδιαιρέτου και τα δυο ανήψια του κατά 25 % εξ αδιαιρέτου ο καθένας (ΑΚ 1814, 1856). Απ’ αυτά, μόνον το εντός γάμου τέκνο αποδέχεται την κληρονομιά κατά 50 % εξ αδιαιρέτου, έτσι στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου καταχωρούνται ο αδερφός και ο ένας ανηψιός του κληρονομούμενου ως οι μόνοι συγκύριοι κατά 50 % εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ο ένας συγκύριος ασκεί κατά του άλλου αγωγή διανομής, που γίνεται τελεσίδικα δεκτή και διατάσσεται η διανομή του ακινήτου με εκούσιο πλειστηριασμό.

Εκούσιος Πλειστηριασμός: Η απόφαση που διατάσσει τη διανομή είναι διαπλαστική και ενεργεί ex nunc. Τα αποτελέσματά της επέρχονται με την τελεσιδικία της. Λόγω του διαπλαστικού της χαρακτήρα δεν έχει καταψηφιστικές διατάξεις. Έτσι για τον εξαναγκασμό του κοινωνού απαιτείται η άσκηση ιδιαίτερης αγωγής (βλ. ενδεικτικά σε ΑΠ 1822/2017).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των  διατάξεων των άρθρων 798 και 799 του ΑΚ, 480 παρ.3, 481 αριθ.2, 482 παρ.1, 483 και 489 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι  η αγωγή για τη διανομή δεν είναι μόνο διαπλαστική, καθώς επιδιώκει τη διάπλαση νέας έννομης σχέσεως για κάθε κοινωνό, με τη λύση της κοινωνίας, αλλά είναι και διπλού χαρακτήρα, με την έννοια ότι δημιουργείται δίκη, κατά την οποία, εκ των προτέρων, και ανεξάρτητα από αυτήν, ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος, όπως και κάθε εναγόμενος είναι, ταυτόχρονα, αντίδικος του συνεναγομένου του. Αυτό ισχύει διότι υπάρχει η δυνατότητα οποιοσδήποτε από τους εναγομένους να υποβάλλει αίτηση (η οποία δε φέρει χαρακτήρα ανταγωγής, ώστε να είναι εφαρμοστέα όσα ορίζονται στο άρθρο 268 παρ. 2 του ΚΠολΔ), με βάση πραγματικό διάφορο της αγωγής, ως προς το επίκοινο,  δίκαιο και τη διάπλαση αυτού, και, σε περίπτωση παραδοχής της αίτησης αυτής, να αποβεί η δίκη σε βάρος των λοιπών, όχι με την απόρριψη της αγωγής, αλλά με τη διάπλαση έννομης σχέσης κατά τρόπο διάφορο από αυτόν που επιδιώχθηκε με την αγωγή, και συνεπώς να καταλήξει η δίκη σε βάρος του ενάγοντος ή των εναγόντων και του άλλου ή των λοιπών εναγομένων, που κατ’ αυτό είναι αντίδικοι μεταξύ τους, δεσμευόμενοι από τη διαπλαστική ενέργεια της απόφασης που εκδίδεται μ’ αυτόν τον τρόπο. Ακολούθως, η δίκη για τη διανομή που άρχισε είναι ομοίως διπλή σε όλη την πορεία της και συνεπώς και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Το γεγονός ότι ένας ή ορισμένοι από τους κοινωνούς, ως επιτιθέμενοι ή αμυνόμενοι, βρίσκονται σε αντίστοιχη δικονομική θέση, κατά την έναρξη του δικαστικού αγώνα και σε κάθε στάδιο αυτού, είναι όλως συμπτωματικό, αφού κάθε ένας από αυτούς, ανεξαρτήτους της παραπάνω δικονομικής θέσης του, μπορεί να έχει αντίθετα συμφέροντα προς τον άλλο, και, προβάλλοντας αυτά να είναι ουσιαστικά αντίδικος του άλλου (ΕφΑιγ 126/2021, ΤΝΠ Νόμος).

Η συμμετοχή του «τρίτου» που παραλείφθηκε: Ο συγκληρονόμος, που δεν προέβη σε αποδοχή κληρονομιάς και δεν καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο, αν δεν ασκήσει το δικαίωμά του, μία λύση για να αποτυπωθεί η πραγματική εικόνα στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου θα ήταν η πλαγιαστική αποδοχή κληρονομιάς. Δηλαδή, τρίτος με έννομο συμφέρον, ενδεχομένως και ένας από τους άλλους συγκύριους – συγκληρονόμους, θα μπορούσε να προβεί για λογαριασμό του σε αποδοχή της κληρονομιάς.

Επίσης, ο συγκεκριμένος συγκληρονόμος που δεν κατέστη διάδικος στη δίκη της διανομής μπορεί να προσβάλλει την απόφαση για την αγωγή διανομής με τριτανακοπή. Η τριτανακοπή είναι απρόθεσμη. Προϋπόθεση είναι να μην έχει αποδεχτεί την απόφαση και να κάνει αποδοχή του ποσοστού του στην κληρονομιά (ΚΠολΔ 586).

Το κληρονομικό δικαίωμα του προσώπου αυτού ήταν κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής γνωστό στους διαδίκους, προτάθηκε από τον εναγόμενο στη δίκη, αλλά ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. Ζήτημα, λοιπόν, αποτελεί αν συνιστά νομικό ελάττωμα του ακινήτου το συγκεκριμένο δικαίωμα, που όμως δεν έχει ασκηθεί, αλλά όταν ασκηθεί θα ισχύει αναδρομικά από το χρόνο του θανάτου (ΑΚ 1193, 1198, 1199).  Το ζήτημα ανακύπτει ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με το αν το πρόσωπο αυτό έμαθε την επαγωγή του στην κληρονομιά, δεν την έχει αποποιηθεί κι επομένως θεωρούμε πως την έχει αποδεχτεί και έχει καταστεί συγκληρονόμος. Ωστόσο, απαιτείται η μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς (ΑΚ 1193, 1198, 1199).

Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 514, 515 εδ. α, 516, 518, 535 και 543 Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 337, 362 και 382 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι με τη σύμβαση πώλησης ακινήτου ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα αυτού (ακινήτου) χωρίς νομικά ελαττώματα και με τις συμφωνημένες ιδιότητες. Θεωρείται ως νομικό ελάττωμα οποιοδήποτε δικαίωμα τρίτου στο πράγμα που αποτελεί αντικείμενο της πώλησης, είτε εμπράγματο είτε ενοχικό, το οποίο μπορεί να αντιταχθεί κατά του αγοραστή και εμποδίζει, ολικά ή μερικά, την ελεύθερη μεταβίβαση της κυριότητας και την άσκηση των εξουσιών που πηγάζουν από αυτήν (ΑΠ 889/1974 ΝοΒ 23.494. ΕφΔωδ 394/2005 ΝΟΜΟΣ. ΕφΠατρ 721/2004 ΝΟΜΟΣ. ΕφΑθ 5776/2000 ΕλλΔνη 42.817. ΕφΑθ 2932/1991 ΕλλΔνη 32.674). Στα νομικά ελαττώματα του πωληθέντος περιλαμβάνονται όχι μόνον εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, αλλά και η έλλειψη κυριότητας του πωλητή επί του πωληθέντος (ΑΠ 355/2010 Αρμ 2010/219, ΕφΠατρ 335/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 2844/2012 ΕΔικΠολ 2012/176, ΕφΛαρ 131/2011 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2011/461, ΕφΘεσ 2393/2008 Αρμ 290/38, ΕφΛαρ 18/2005 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2005/292, ΜονΕφΑιγαίου 19/2020 ΤΝΠ Νόμος), δεν συνεπάγονται ακυρότητα της σύμβασης πώλησης, έτσι μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης, έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτού απαιτείται, κατ’ άρθρο 1033 Α.Κ., εκείνος που μεταβιβάζει να είναι κύριος και, συνεπώς, αυτός προς τον οποίο μεταβιβάσθηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάσθηκε από μη κύριο (ΑΠ 988/2018, ΤΝΠ Νόμος)

Η υπόσχεση του πωλητή ότι κανένας δεν διεκδικεί δικαιώματα πάνω στο πωληθέν πράγμα δεν αποτελεί συνομολόγηση ιδιότητας, αλλά υπόσχεση ανυπαρξίας νομικού ελαττώματος (Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, “Αστικός Κώδιξ – Ερμηνεία κατ’ άρθρο”, τρίτος τόμος, έκδοση 1980, άρθρα 534 – 535, III αριθ. 20-21, σελ. 152). Σε περίπτωση που ο πωλητής μεταβιβάσει το πράγμα με νομικό ελάττωμα, τότε εκπληρώνει πλημμελώς την υποχρέωσή του και ο αγοραστής έχει, σύμφωνα με το άρθρο 516 ΑΚ, όσα δικαιώματα έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη. Έτσι, αν το πράγμα έχει νομικό ελάττωμα κατά την προαναφερομένη έννοια ή έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ο αγοραστής δικαιούται να ασκήσει, κατ’ επιλογή, τα δικαιώματα που του παρέχει η διάταξη του άρθρου 382 Α.Κ., δηλαδή, είτε να επικαλεστεί τα δικαιώματα του άρθρου 380 Α.Κ., είτε να ζητήσει αποζημίωση από τον πωλητή για ολική ή μερική μη εκπλήρωση της σύμβασης και πριν ακόμη χωρήσει εκνίκηση, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (ΑΠ 1479/2013, ΕφΠατρ 335/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠατρ 918/2008 ΑχαΝομ 2009/143).

Η ευθύνη του πωλητή για το νομικό ελάττωμα είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από τη γνώση ή την – έστω ανυπαίτια – άγνοια αυτού περί της ύπαρξής του, μόνο δε η θετική γνώση του αγοραστή για το νομικό ελάττωμα κατά το χρόνο της σύναψης της πώλησης επιφέρει, κατά το άρθρο 515 εδ. α ΑΚ, απαλλαγή του πωλητή από την εν λόγω ευθύνη του, ενώ δεν αρκεί ούτε η – έστω και – υπαίτια άγνοια του αγοραστή (ΑΠ 1100/2010, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1283/2003 ΕλλΔικ 48/480, ΕφΛαρ 131/2011 ό.π., Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, ό.π., άρθρο 516, σελ. 58, αριθ. 41).

Επίσης, δεν αποκλείεται η μη εκπλήρωση της παροχής του πωλητή να είναι αποτέλεσμα παράνομης και υπαίτιας πράξης του, οπότε ο αγοραστής θα έχει και το δικαίωμα αποζημίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ, ιδίως δε όταν του παρέστησε ψευδώς, ότι το πωλούμενο πράγμα είναι ελεύθερο από νομικά ελαττώματα, ενώ εκ των υστέρων αποδείχθηκε, ότι η δήλωση αυτή του πωλητή ήταν απατηλή (ΑΠ 1087/2002, ΤΝΠ Νόμος).

Εκποίηση κοινού ακινήτου: Αν το ακίνητο εκποιηθεί με εκούσιο πλειστηριασμό, εφαρμογή έχει αρχικό το άρθρο 1017 ΚΠολΔ. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού, προβλέπει ότι  σε περίπτωση πλειστηριασμού πράγματος κινητού ή ακινήτου υπάρχει ευθύνη για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος μόνον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και μόνον αν αυτός γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, ενώ δεν αποκλείεται ευθύνη και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Νομικό ελάττωμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελεί κάθε δικαίωμα τρίτου, το οποίο βαρύνει το πράγμα και μπορεί να προβληθεί και εναντίον του υπερθεματιστή, εμποδίζοντας έτσι την ελεύθερη προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος και την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από αυτήν (ΑΠ 580/2006), αφού με τον πλειστηριασμό δεν εξαλείφονται τα δικαιώματα των τρίτων στο πράγμα, αλλά παραμένουν και ο υπερθεματιστής αποκτά κατά το άρθρ. 1005 ΚΠολΔ το δικαίωμα μόνο στην έκταση που το είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση (ΑΠ 11/2015, ΤΝΠ Νόμος).

Συνεπώς ο υπερθεματιστής, ο οποίος μολονότι κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν απέκτησε εντούτοις το πράγμα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων, όπως συμβαίνει όταν το πράγμα δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στον καθ` ου η εκτέλεση ή βαρύνεται με προσωπικές δουλείες, δικαιούται αφενός μεν να στραφεί εναντίον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και να ασκήσει κατ’ αυτού, εφόσον, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, ο ίδιος μεν αγνοούσε, εκείνος όμως γνώριζε και όχι απλώς αγνοούσε, έστω από υπαιτιότητά του, την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος (Ολ ΑΠ 1177/1984, ΝοΒ 1985.95, ΑΠ 470/2013), όσα δικαιώματα του παρέχονται από τις διατάξεις των άρθρ. 514 – 516, 382 του ΑΚ, που ρυθμίζουν την ευθύνη του πωλητή για νομικά ελαττώματα του πωλούμενου πράγματος (ΑΠ 1313/2009), αφού ο πλειστηριασμός είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, ενεργούμενη υπό το κύρος της Αρχής και τελειούμενη με την κατακύρωση (Ολ ΑΠ 12/2008, ΑΠ 1036/2009, 1022/2009, 866/2004), αφετέρου δε να ασκήσει τις αξιώσεις του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εναντίον όποιου ενέχεται προς απόδοσή του κατά τις διατάξεις των άρθρ. 904 – 913 του ΑΚ (ΑΠ 11/2015, ΤΝΠ Νόμος).

Υπόχρεοι να επιστρέψουν στον υπερθεματιστή το πλειστηρίασμα που κατέβαλε αυτός για πράγμα βαρυνόμενο με νομικό ελάττωμα, δεν είναι οι τυχόν δανειστές, αλλά ο καθ’ ου η εκτέλεση. Αυτό γιατί οι δανειστές εισέπραξαν μεν από το πλειστηρίασμα εν όλω ή εν μέρει τις απαιτήσεις τους κατά του καθ’ ου η εκτέλεση, με αντίστοιχη όμως απόσβεση των απαιτήσεών τους (άρθρ. 416, 417 ΑΚ) και συνεπώς υπό την έννοια αυτή δεν κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του επισπεύδοντος, όπως αντίθετα έγινε ο καθ’ ου η εκτέλεση, αφού με τη διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές του και την απόσβεση έκτοτε εν όλω ή εν μέρει των εναντίον του απαιτήσεών τους απαλλάχθηκε αντίστοιχα του χρέους του προς αυτούς, έναντι όμως ανύπαρκτου ή κατώτερου από μέρους του ανταλλάγματος (ΑΠ 11/2015, ΤΝΠ Νόμος). Γι’ αυτό ο ίδιος και όχι οι δανειστές του νομιμοποιείται παθητικά στην ασκούμενη από τον υπερθεματιστή αγωγή επιστροφής του πλειστηριάσματος (ΑΠ 1523/2006, 860/1977 ΝοΒ 1978.695, 110/1982 ΝοΒ 1982.1258).

Το ίδιο θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ισχύει και για την περίπτωση του κληρονόμου, που αποδέχτηκε και το κληρονομικό ποσοστό του αδερφού του, σε περίπτωση που τελευταίος ασκήσει το κληρονομικό του δικαίωμα, μεταγράφοντας την δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του. Ο μεταβιβάζων αδερφός θα είναι αυτός που κατ’ αρχήν ευθύνεται και έναντι του αποκτώντος τρίτου και έναντι του συγκληρονόμου του που αποκλείστηκε.

Μάιος 2023

Αποστολία Καρακουλάκη

Δικηγόρος – Διαμεσολαβήτρια

ΜΔΕ Αστικού, Αστικού Δικονομικού και Εργατικού Δικαίου