Οι περικοπές των συντάξεων στα ειδικά μισθολόγια του Δημοσίου: ζητήματα αντισυνταγματικότητας

Τα ειδικά μισθολόγια του Δημοσίου (πανεπιστημιακοί, γιατροί ΕΣΥ, ένστολοι, δικαστικοί) υπέστησαν σημαντικές περικοπές τόσο στην κύρια σύνταξη που λαμβάνουν από το Δημόσιο, όσο και στην επικουρική σύνταξη (τ. ΤΕΑΔΥ, κατόπιν ΕΤΕΑΕΠ, και πλέον e- ΕΦΚΑ) αλλά και στο μέρισμα του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων.

Από το 2010 και μετά ακολούθησε ένας καταιγισμός περικοπών που έθιξε σε μεγάλο βαθμό τα ειδικά μισθολόγια, λόγω του υψηλού ακαθάριστου ποσού της σύνταξής τους (άνω των 1200 ευρώ). Οι σημαντικότερες δε περικοπές ήταν:

  • Η περικοπή με τις διατάξεις της υποπαραγράφου 5 της παρ ΙΑ του άρθρου 1 του ν. 4093/2012
  • Η περικοπή με το  ν.4051/2012 (άρθρο 1)
  • Η περικοπή με το άρ. 1 υποπαρ Β4 και υποπαρ 1 παρ Γ του  ν. 4093/2012 (κατάργηση επιδομάτων εορτών και αδείας)
  • Περικοπή – παρακράτηση ως ειδική εισφορά αλληλεγγύης που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 38 του ν. 3863/2010, 11 του ν. 3865/2010 καθώς και των άρθρων 44 παρ 10 του ν. 3986/2011 και 2 παρ 13 του ν. 4002/2011

Οι περικοπές αυτές, που εξακολούθησαν να επιβαρύνουν τις συντάξεις με τη μορφή της μηνιαίας παρακράτησης από το ακαθάριστο ποσό σύνταξης, διατηρήθηκαν μέχρι και την αναπροσαρμογή των συντάξεων με το ν. 4387/2016 από 01/01/2019.

Η αντισυνταγματικότητά τους έχει επανειλημμένα διαγνωσθεί από τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΟλΕλΣυν 4327/2014, Ολ ΕΣ 244/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) με το σκεπτικό των δικαστηρίων να τονίζει την ειδική μεταχείριση των ειδικών μισθολογίων του Δημοσίου, εξαιτίας του νευραλγικού χαρακτήρα των καθηκόντων που ασκούσαν εν ενεργεία. Από αυτές τις συνταγματικές διατάξεις για το ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων λειτουργών σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ 1, 25 παρ 1 και 17 παρ 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι οι καταβαλλόμενες μετά τον τερματισμό του εργασιακού-υπηρεσιακού βίου συντάξεις πρέπει να τελούν σε αναλογία δηλαδή σε εύλογη ποσοτική σχέση με τις εν ενεργεία αποδοχές.

Εναπόκειται καταρχήν στην ευχέρεια του νομοθέτη να μεταβάλει το μισθολογικό- συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων λειτουργών, ωστόσο η ρυθμιστική επέμβασή του δεν μπορεί να θίγει ούτε το ιδιαίτερο μισθολογικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς κάθε κατηγορίας λειτουργών και υπαλλήλων του Κράτους, όπως αυτό απορρέει από το Σύνταγμα, και ούτε να παραβιάζει την αρχή της αναλογίας αποδοχών ενεργείας και συντάξεων (απόφαση Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ 2 του Συντάγματος 57/2010). Ο νομοθέτης μπορεί να επιβάλλει βάρη στις συντάξεις, όμως οι αρχές της ισότητας στα δημόσια βάρη και της γενικής αρχής της ισότητας απαιτούν τα επιβαλλόμενα βάρη να τελούν σε συνάφεια με το ιδιαίτερο συνταξιοδοτικό καθεστώς της κατηγορίας αυτής.

Απαιτείται, επίσης να αιτιολογείται ειδικά η επιλογή της κατηγορίας αυτής, η σύνδεσή της με την εισαγόμενη ρύθμιση, η ιδιαίτερη ικανότητα συνεισφοράς της, ενόψει και των λοιπών βαρών που της έχουν επιβληθεί, η τήρηση μίας καταρχήν δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του υπηρετούμενου σκοπού και των παρεμβάσεων στο ύψος της σύνταξης, με την εξέταση εναλλακτικών λύσεων, καθώς και διασφάλιση της αρχής της αναλογίας σύνταξης και εν ενεργεία μισθού (ΟλΕλΣυν 4327/2014, Ολ ΕΣ 244/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει επανειλημμένα ακυρώσει τις αντισυνταγματικές περικοπές στις συντάξεις πανεπιστημιακών και ενστόλων.

Η εταιρία μας έχει καταθέσει πολυάριθμες ομαδικές αγωγές ειδικών μισθολογίων, διεκδικώντας περικοπές τόσο για την κύρια όσο και για την επικουρική σύνταξη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

I agree with the Privacy Policy